Υπέρπυρον Ανδρονίκου Α’

Εμπροσθότυπος (η κυρτή πλευρά): Μέσα σε διπλό κοκκιδωτό πλαίσιο η Παναγία καθισμένη σε θρόνο με ψηλό ερεισίνωτο. Εκατέρωθεν του θρόνου δύο αστεροειδή κοσμήματα. Με τα δύο χέρια κρατεί προ του στήθους μετάλλιο με προτομή του Χριστού Εμμανουήλ. Εκατέρωθεν του φωτοστεφάνου της, οι συντομογραφίες ΜΡ ΘΥ.

Οπισθότυπος (η κοίλη πλευρά): Μέσα σε διπλό κοκκιδωτό πλαίσιο, ο Χριστός (δεξιά για τον θεατή) στέφει τον Ανδρόνικο (αριστερά). Και οι δύο μορφές είναι όρθιες και μετωπικές. Ο Χριστός, με ένσταυρο φωτοστέφανο, φορεί κολόβιον και ιμάτιο. Εκατέρωθεν του φωτοστεφάνου οι συντομογραφίες IC ΧC. Ο Ανδρόνικος, με μακρύ διχαλωτό γένειο, φορεί αυτοκρατορική ενδυμασία με λώρο. Με το δεξιό χέρι κρατεί σκήπτρο που απολήγει άνω σε μικρό τετραγωνικό λάβαρο και με το αριστερό σταυροφόρο σφαίρα. Στον κάμπο, περιμετρικά, η επιγραφή: ΑΝΔΡΟΝΙΚΟC ΔECΠOTHC (Ανδρόνικος Δεσπότης).

Τα σκυφωτά (κοιλόκυρτα) νομίσματα, τα οποία λόγω του σχήματός τους ονομάζονταν «τραχέα», εμφανίζονται μετά τον 10ο αιώνα και συνέχισαν να εκδίδονται μέχρι το τέλος του Βυζαντίου. Τα χρυσά τραχέα αποτελούν εξέλιξη του «ισταμένου» (δηλαδή σωστού στο βάρος), ονομασία που είχε λάβει ο σόλιδος περί τον 10ο αιώνα, όταν έγινε πλατύτερος και λεπτότερος. Με τη νομισματική μεταρρύθμιση που έκανε το 1091 ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός, αποκαταστάθηκε η καθαρότητα του χρυσού στα νομίσματα, τα οποία γι’ αυτό τον λόγο ονομάσθηκαν «υπέρπυρα». Με την ίδια μεταρρύθμιση εισήχθη μια νέα υποδιαίρεση του νομίσματος από κράμα χρυσού και αργύρου, η οποία αντιστοιχεί στο 1/3 της αξίας του υπερπύρου. Λόγω του λευκάζοντος χρώματός τους, τα σκυφωτά αυτά νομίσματα ονομάζονταν «άσπρα τραχέα».

Κ. Σκαμπαβίας