Το κτίριο του Μουσείου

Το Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου στεγάζεται, από το 1976, στην ιστορική οικία Μιχαλέα.

Οικία Μιχαλέα

Στα τέλη του 19ου αιώνα χτίστηκε, επί των οδών Θεωρίας, Πανός και Αρετούσης, η νεοκλασική οικία του αρχιτέκτονα Ιωάννη Μιχαλέα και της οικογενείας του. Το τριώροφο αρχοντικό, που αναπτύσσεται σε πολλαπλά επίπεδα εκμεταλλευόμενο την κλίση του εδάφους, αποτελεί χαρακτηριστικό τοπόσημο της περιοχής. Η οικία Μιχαλέα δεσπόζει στη βόρεια πλαγιά της Ακρόπολης και συνορεύει με την περίφραξη του αρχαιολογικού́ χώρου και τα ανασκαμμένα τμήματα της «Ντάπιας του Λιονταριού». Δεν είναι τυχαίο ότι, το 1901, αναφέρεται στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας ως τοπόσημο, «τὰς οἰκίας Μιχαλέα», έτσι ώστε να προσανατολιστεί́ ο αναγνώστης σχετικά με τη θέση στην οποία εντοπίζεται τμήμα του «Οὐαλεριανοῦ τείχους». Επιπλέον, η ιδιαίτερη θέση, η αισθητική και αρχιτεκτονική αξία της οικίας Μιχαλέα αποτέλεσαν έμπνευση για τον Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος την έχει απαθανατίσει σε έργα του.

Μετατροπή σε Μουσείο

Το 1963 το αρχοντικό άνηκε στον κληρονόμο της οικογένειας, επίσης αρχιτέκτονα, Παύλο Μιχαλέα, όταν αποφασίστηκε με Κοινή Υπουργική Απόφαση η απαλλοτρίωσή του. Το Υπουργείο Πολιτισμού παραχώρησε το ακίνητο προκειμένου να στεγαστεί η Συλλογή Κανελλοπούλου. Με δαπάνη του ελληνικού δημοσίου ξεκίνησαν οι εργασίες επισκευής και αναστήλωσης το 1969. Τα σχέδια μετατροπής της οικίας σε μουσείο ανέλαβε ο ίδιος ο Π. Μιχαλέας, ο οποίος είχε και την άμεση επίβλεψη των εργασιών.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών στον προαύλιο χώρο αποκαλύφθηκε μαρμάρινο ανάγλυφο εξαιρετικής τέχνης από τη ζωφόρο του Ερεχθείου, το οποίο μεταφέρθηκε στο Μουσείο Ακρόπολης, όπως και άλλα τμήματα μαρμάρινων γλυπτών και αρχιτεκτονικών μελών, τα οποία αποθηκεύτηκαν σε ειδικό χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς. Επίσης, σε ισόγειο δωμάτιο της οικίας εντοπίστηκε τμήμα του Ριζόκαστρου, του βυζαντινού οχυρωματικού τείχους γύρω από την Ακρόπολη.

Εγκαίνια

Η μετατροπή της οικίας Μιχαλέα σε Μουσείο ολοκληρώθηκε το 1976, συμπεριλαμβάνοντας 15 αίθουσες εκθέσεων, γραφείο, βιβλιοθήκη, εργαστήριο, θυρωρείο, χώρους υγιεινής, και κατοικία φύλακα, διατηρώντας τα χαρακτηριστικά στοιχεία του εσωτερικού της, όπως τις οροφογραφίες του πρώτου ορόφου. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το Μουσείο Κανελλοπούλου άνοιξε τις πόρτες του για να υποδεχτεί το κοινό, παρουσία του Κωνσταντίνου Τσάτσου, προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας και του Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το Μουσείο Κανελλοπούλου, με όλο του τον πλούτο και αφθονία γνώσεων, συνδέει το παρελθόν με το παρόν, δίνοντας μορφή στο όραμα του Παύλου και της Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου για τη Συλλογή τους.

Ανακαίνιση

Μετά από 20 χρόνια συνεχούς λειτουργίας, το κτίριο παρουσίασε σημαντικές φθορές που απειλούσαν τη στατικότητά του, κυρίως λόγω των υπόγειων υδάτων που διέτρεχαν τον βράχο της βορείου κλιτύος της Ακρόπολης. Το 1995, η Διεύθυνση Μελετών Μουσείων και Πολιτιστικών Κτηρίων του Υπουργείου Πολιτισμού ολοκλήρωσε τη μελέτη ανακαίνισης, η οποία υλοποιήθηκε το 1996 με χρηματοδότηση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων. Με την ευκαιρία αυτή πραγματοποιήθηκε επανέκθεση της Συλλογής.

Επέκταση

Το 2004 κρίθηκε επιτακτική η ανάγκη επέκτασης του Μουσείου. Ο διαθέσιμος χώρος δεν επαρκούσε για να φιλοξενήσει όλες τις αρχαιότητες και τα έργα τέχνης της Συλλογής, καθώς πολλά από τα αντικείμενα παρέμεναν αποθηκευμένα αναμένοντας να ξαναβγούν στο φως. Η Αλεξάνδρα Κανελλοπούλου προχώρησε στην αγορά και δωρεά του οικοπέδου που συνορεύει με την οικία Μιχαλέα, επί των οδών Θεωρίας και Αρετούσης. Αρωγός της προσπάθειας αυτής και του έργου του Μουσείου στέκεται πάντα το Ίδρυμα Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου.

Ο αρχιτέκτονας Παύλος Καλλιγάς σχεδίασε τη νέα πτέρυγα του Μουσείου η οποία, σε απόλυτη αρμονία με το ύφος της νεοκλασικής οικίας, διπλασίασε τον διαθέσιμο εκθεσιακό χώρο. Πλέον, το κτιριακό συγκρότημα του Μουσείου υποδέχεται τους επισκέπτες του από άλλη είσοδο, προκειμένου να ακολουθήσουν μία κυκλική πορεία στις αίθουσες που οργανώνονται σε 4 επίπεδα.

Κατά τη διάρκεια της ανέγερσης της νέας πτέρυγας ήρθε στο φως ακόμα ένα τμήμα του οχυρωματικού τείχους της βυζαντινής Αθήνας του 13ου αιώνα, καθώς και τα λείψανα μιας οικίας της μεσαιωνικής περιόδου, η οποία εφάπτεται με το Ριζόκαστρο. Με τη νέα έκθεση στο Μουσείο τα λείψανα είναι ορατά δίπλα από τη σκάλα που συνδέει τα δύο κτίρια. Τα κατάλοιπα, καλά διατηρημένα και σημαντικής ιστορικής αξίας, έχουν βρει θέση στο διαχρονικό Μουσείο Κανελλοπούλου.